Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκωλεός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκυμονέω
ἐγκυμόνησις
ἐγκυμονικός
ἔγκυμος
ἐγκυμόω
ἐγκύμων
Ἐγκύμων
ἐγκυοποιέω
ἔγκυος
ἐγκυοφορέω
ἐγκύπτω
ἐγκυρέω
ἐγκύρημα
ἐγκύρησις
ἐγκυριεύω
ἔγκυρμα
ἐγκυρσεύω
ἐγκύρτια
ἐγκύρτιον
ἔγκυρτος
ἐγκύρτωσις
ἐγκύρω
ἐγκυσίκωλος
ἐγκυσίχωλος
ἔγκυτα
ἐγκυτί
ἔγκυτον
ἐγκύφωσις
ἐγκύω
ἐγκώλεος
ἐγκωλεός
ἔγκωλον
ἐγκωλύω
ἐγκωμάζω
ἐγκωμιάζω
ἐγκωμιαστέον
ἐγκωμιαστής
ἐγκωμιαστικός
ἐγκωμιαστός
ἐγκωμικός
ἐγκωμιογράφος
ἐγκωμιολογικόν
ἐγκωμιολογικός
ἐγκωμιολόγος
ἐγκώμιον
ἐγκώμιος
Ἐγκώμιος
ἔγκων
ἐγκών
ἐγκώπαια
ἐγκωπή
ἔγκωπον
ἔγκωπος
ἐγκωφόω
ἐγλ-
Ἔγλα
ἔγλασας
ἔγλυμμαι
Ἐγλών
ἔγμα
ἕγμεινος
…
ἐγκωλεός
Save
DGE
ἐγκωλεός
-ου, ὁ
extremidad
de un animal
Gloss
.2.202.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}