ἐγκύφωσις
ἐγκύφωσις, curvature
ἐγκύφωσις [ῡ], εως, ἡ,
- curvature, Gal. 8.246.
curvatura
ταῖς τῶν κατὰ ῥάχιν σπονδύλων ἐγκυφώσεσιν
ἐγκύφωσις, curvature
curvatura
ταῖς τῶν κατὰ ῥάχιν σπονδύλων ἐγκυφώσεσιν