ἐγχελυοτρόφος
ἐγχελυοτρόφος, keeping eels
ἐγχελῠοτρόφος, ον,
- keeping eels, Arist. HA 592a2, Fr. 311.
criador de anguilas
τοῦτο (τὸ πότιμον ὕδωρ) τηροῦσιν οἱ ἐγχελυοτρόφοι ὅπως ... καθαρὸν ᾖ
ἐγχελυο·τρόφος, ου (ὁ) qui nourrit ou élève des anguilles, Arstt. H.A. 8, 2, 34.
Étym. ἔγχελυς, τρέφω.
ἐγχελυοτρόφος, Aale fütternd, haltend, Arist. H.A. 8.4.5, v.l. ἐγχελεοτρόφος.