ἐγχειροτονέω
ἐγχειροτονέω, elect
ἐγχειρο-τονέω,
- elect, Poll. 2.150.
ἐγ·χειροτονέω-ῶ (pl. q. pf. pass. 3 sg. ἐνεχειροτόνητο) élire en levant la main, élire, DC. 41, 39.
Étym. ἐν, χ.
ἐγχειροτονέω, wählen, ἐς τὴν ὑπατείαν, zum Konsulat, DC. 41.39.