ἐγχελύδιον
ἐγχελ-ύδιον [ῡ], τό, Dim. of ἔγχελυς, Amphis 35, Ephipp. 15.6.
dim. de ἔγχελυς anguilita
ἔχειν καθαρείως ἐ. τι
ἐγχελύδια Θήβηθεν
ἐγχελύδιον, ου (τὸ) [ῡ] petite anguille, Amphis et Ephipp. (Ath. 295f, 359b).
Étym. ἔγχελυς.
ἐγχελύδιον, τό, dim. von ἔγχελυς, Aelchen ; Amphis Ath. VII.295f Ephipp. ib. VIII.359b.