ἐδείδιμεν
ἐδείδῐμεν, ἐδείδῐσαν, v. δείδω. ἔδεκτο, v. δέχομαι.
ἐδείδιμεν, ἐδείδιον, ἐδείδισαν, v. δείδω.
ἐδείδιμεν
1 pl. ἐδείδισαν,
3 pl. plupf. See δείδοικα..
1 pl. ἐδείδισαν,
3 pl. plupf. See δείδοικα..