ἔδεσμα
ἔδεσμα, meat
- meat, food, Pl. Ti. 73a, Antiph. 26.10: pl., eatables, meats, Batr. 31, X. Hier. 1.23, Pl. R. 559b, Antiph. 82.1, Porph. Abst. 1.55: metaph., οὐ γὰρ ἡδύσματι χρῆται ἀλλʼ ὡς ἐδέσματι τοῖς ἐπιθέτοις Arist. Rh. 1406a19:—Dim. ἐδεσμάτιον, τό, Procl.ad Hes. Op. 41.
comida, alimento
τὰ ἐδέσματα τὰ ἰώμενά ἐστι καὶ τὰ βλάπτοντα
κοῦφον ... ἔ.
πῶμα ἔδεσμα τε
ἡ ... ἐδεσμάτων ἐπιθυμία
ἀπέλαυσα πολλῶν καὶ καλῶν ἐδεσμάτων
ὅμοιοι γὰρ οἱ ἄνθρωποι τοῖς οἴνοις καὶ ἐδέσμασιν
πῖον ἔ.
ἡσθεῖσα τῷ ἐδέσματι
(ἰατρική) προσφέρει τόδε τὸ βοήθημα ἢ τὸ ἔ.
βαπτίζετε ὑμῶν τὰ ἐδέσματα
λυπροῖς αἰδέσμασι διαιτώμενοι
- meat: pl. meats, Batr., Plat.