ἐκδίωξις
ἐκδίωξις, pursuit
ἐκδῐ-ωξις, εως, ἡ,
- pursuit, Plu. Aet.Gr. 2.293c.
- II repulse, βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς PLond. 5.1663 (vi A.D.).
1 persecución
τῆς ... ἐπὶ τὰ Τέμπη φυγῆς καὶ ἐκδιώξεως
τῶν χριστιανῶν
• expulsión, puesta en fuga
τῶν πονηρῶν πνευμάτων
2 rechazo
βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς
ἐκδίωξις, ἡ, das Herausjagen, Vertreiben.