ἐκκάλυψις
descubrimiento, revelación
συγγνώσεως
τῆς ἀντεισαγωγῆς
τῆς Ἡρώδου παιδοφονίας
ἐκκάλυψις, εως (ἡ) révélation, Clém. 327.
Étym. ἐκκαλύπτω.
ἐκκάλυψις, ἡ, die Entüllung, Clem.Al.
descubrimiento, revelación
συγγνώσεως
τῆς ἀντεισαγωγῆς
τῆς Ἡρώδου παιδοφονίας