ἐκκαπηλεύω
ἐκκαπηλεύω, sell off
ἐκκᾰπηλεύω, lit.,
- sell off:—Pass., ἐκκαπηλεύεσθαι τῆς χώρας Philostr. VA 1.15.
- II adulterate, Hsch.
1 exportar, vender fuera de c. gen., en v. pas.
ἵν' (σῖτος) ἐκκαπηλευθείη τῆς χώρας
2 fig. adulterar, falsificar
τοὺς τῆς ὀρθότητος λόγους
τῆς ἀληθείας τὴν δύναμιν ἀνοσίως ἐκκαπηλεύοντες
ἐκ·καπηλεύω [ᾰ] falsifier, Phil.
ἐκκαπηλεύω, aushökern, verkaufen, Sp.