ἐκτμητέον
ἐκτμητέον, one must cut out
ἐκ-τμητέον,
- one must cut out, Ph. 2.212, Max.Tyr. 13.7, Philum. Ven. 16.6.
hay que extirpar, hay que eliminar
(τὸ δηχθὲν μέρος) περισαρκιστέον ... καὶ ἐ. ... μέχρις ὀστέου
πονηρὰν δόξαν ... τῆς διανοίας
ἐ. δὴ αὐτῆς (τῆς ψυχῆς) ... τὰς δυνάμεις τῶν σωμάτων
ἐκτμητέον, vb. d’ἐκτέμνω, M. Tyr. 51, 23 Dübn.