ἐκτιλτέον
ἐκτιλτέον,
- one must pluck out, τὰς τρίχας Aët. 9.8.
hay que arrancar
(τρίχα)
τοὺς δ' εὐτελεστέρους ... ἐ. τὰς τρίχας
ἐκτιλτέον, vb. du préc. Clém. 1, 581 c Migne.
hay que arrancar
(τρίχα)
τοὺς δ' εὐτελεστέρους ... ἐ. τὰς τρίχας