ἐκτιμάω
ἐκτιμάω, to honour highly
- honour highly, S. El. 64 (Pass.), Plb. 30.19.3, etc.; honour too highly, πλοῦτον Longin. 44.7; ἐκτετιμημένος overpriced, Arist. Oec. 1352b5.
- II estimate, Pl. Ep. 347b.
I ἐκ c. matiz perf.
1 honrar completamente, apreciar sobremanera, tener en alta estima
τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐπὶ τοσοῦτον
τὰ βασίλεια ... τὰ ἐν Περσεπόλει
Ἀντώνιος ... ἐξετίμησεν ἐπὶ πλέον τὴν Κλεοπάτραν
ὑπὲρ τὸ μέτριον ... βασιλείαν
τὸν πλοῦτον οὐ πέρα τοῦ δέοντος
τὸ ὕδωρ
ὄψεως ἀπάτην ἐξέτιμησε
τὴν ἱερὰν ἐκείνην ἑβδόμην
del Sábadoτὰ ἄλογα τῶν ζώων
τὰς ἰδέας
ἐκτιμώντων Ἀρχέλαον βασιλέα
τούτοις (ἐπαίνοις) ἐξετίμησε τὸν βασιλέα
(οἱ σοφοί) ἐκτετίμηνται πλέον
(τὸ σίλφιον) ἐκτετίμηται παρ' αὐτοῖς
ὁ Ἀπόλλων
τά τε τῆς Δήμητρος καὶ τῆς Κόρης ἱερά
ἡ ἑβδομάς
el Sábadoνῆσος ἐν τῷ Πόντῳ
2 estimar el valor de, valorar, tasar
τάλαντα ... ἐστίν ..., ἂν ἐκτιμᾷ τις ὀρθῶς, ἑκατὸν ἡ Δίωνος οὐσία
τὰ χρήματα
3 valorar o apreciar con exceso
μὴ ... ἐθίσῃς ἐκτιμᾶν αὐτὰ (τὰ παρόντα)
τὰ στοιχεῖα
ἐκτετιμημένα (τὰ ἀγοράσματα) λογίζεσθαι
cargar en cuenta (las mercancías) con precio excesivo
II ἐκ c. matiz separat. desprestigiar, despojar de la honra en v. pas.
(ὁ δὲ ἄδικος) ἐκτιμηθῆναι ἔταξε τὸν δίκαιον
- to honour highly, Soph.