ἐκτονίζομαι
ἐκτονίζομαι, lose force
ἐκτονίζομαι,
- lose force, -ιζομένου πνεύματος Herod.Med. in Rh.Mus. 58.99.
perder tensión
ἐκτονιζομένου πνεύματος
ἐκτονίζομαι, lose force
perder tensión
ἐκτονιζομένου πνεύματος