ἐκτοπιστέον Save DGE Bailly 2024 ἐκτοπιστέον hay que alejar c. gen. separat. ἄμφω ... τῆς ἡμετέρας ἐ. πολιτείας Clem.Al.Paed.3.3.19. ἐκτοπιστέον, vb. d’ἐκτοπίζω, Clém. 1, 581 c Migne.