ἐμβραμένα Save LSJ DGE Bailly 2024 ἐμβραμένα, ἡ, Sicil. for εἱμαρμένη, Sophr. 119; cf. ἔμβραται· εἵμαρται, Hsch. ἐμβραμένα v. εἱμαρμένη. ἐμβραμένα, Sophr. (EM. 304, 10) forme lacéd. p. εἱμαρμένη.