ἔμβρεγμα
ἔμβρεγμα, lotion
ἔμ-βρεγμα, ατος, τό,
- lotion, Dsc. 2.124, Aret. CA 1.1, Archig. ap. Gal. 8.150.
medic. fomento
πρὸς ... κεφαλαλγίας
ἐμβρέγματα καὶ ἐπιπλάσματα
ἔμβρεγμα, ατος (τὸ) lotion pour une plaie, Arét. Cur. m. acut. 1, 1.
Étym. ἐμβρέχω.
ἔμβρεγμα, τό, feuchter Umschlag, Medic.