ἐμετοποιός
ἐμετο-ποιός, όν, Dsc. 2.9.
medic. emético, vomitivo
ὁ δὲ ποτάμιος (κοχλίας) ... ταρακτικὸς κοιλίας καὶ στομάχου, ἐμετοποιός
ἐμετο·ποιός, ός, όν, qui fait vomir, Diosc. 2, 11.
Étym. ἔμετος, ποιέω.
ἐμετοποιός, Erbrechen erregend.