ἐμπέτομαι
ἐμπέτομαι, fly into
ἐμπέτομαι,
- fly into, aor. inf. ἐμπτῆναι, εἰς τὸ στόμα Arcesil. ap. D.L. 4.32.
volar
εἰς τὸ στόμα
ἐμπέτομαι, fly into
volar
εἰς τὸ στόμα