ἐμπήσσω
1 clavar, fijar
ἐμπήσσοντες τοὺς ἥλους
en la crucifixiónπερὶ τῶν ἐμπησσομένων εἰς τὸν ὀφθαλμόν
sobre objetos clavados en el ojoτὰ ἐμπησσόμενα τῇ ἀσπίδι δόρατα
2 en v. med.-pas. afianzarse, fijarse dicho de partes de máquinas de guerra y armas
κέντρα ἐχέτω, ἵνα ἐμπήσσηται τῇ γῇ καὶ μὴ ῥέμβηται
ἐμ·πήσσω (seul. prés.) c. ἐμπήγνυμι, ficher, enfoncer, Bas. 3, 129c.
ἐμπήσσω, = ἐμπήγνυμι, Schol. Il. 4.535.