ἔμπηρος
ἔμπηρος, crippled, maimed
ἔμπηρος, ον,
- crippled, maimed, Hdt. 1.167, 196, Hp. Morb. 1.1, etc.
1 lisiado, tullido, enteco
πάντα ... ἐγίνετο διάστροφα καὶ ἔμπηρα ... ὁμοίως πρόβατα καὶ ὑποζύγια καὶ ἄνθρωποι
todos quedaban retorcidos y tullidos, fuesen rebaños, bestias de carga o humanosἡ ἀμορφοτάτη ἢ εἴ τις αὐτέων ἔ. ἦν
ἢ ἔμπηρόν τι τοῦ σώματος γενέσθαι
2
ἔμπηρα· ἀνέξοχα
ἔμ·πηρος, ος, ον, mutilé, estropié, Hdt. 1, 167, 196 ; Hpc. 446, 8 ; DH. 1, 23 ; Thém. 319a.
Étym. ἐν, πηρός.
ἔμπηρος, verstümmelt, beschädigt ; Her. 1.167, 196 ; Hippocr. u. Sp.
ἔμπηρος
ἔμ-πηρος, ον
ἐν
- crippled, maimed, Hdt.