ἐμπροίκιος
ἐμπροίκιος, given by way of dower
ἐμπροίκιος, ον, (προίξ)
- given by way of dower, ἐ. δοθῆναι, δεδόσθαι, App. Mith. 75, BC 1.10; δισμύρια τάλαντα ἐ. Anon.Hist. in Rev.Ét.Gr. 5.321:—also ἔμπροικος, ον, Gloss.
entregado o aportado como dote
διδοὺς αὐτῷ ... ἣν ἂν τῶν θυγατέρων ἕλοιτο πρὸς γάμον καὶ δισμύρια τάλαντα ἐμπροίκια
• subst. τὸ ἐ. dote
λέγεται δ' ἡ πόλις ἐ. ὑπὸ Διὸς τῇ Κόρῃ δοθῆναι
ἐμ·προίκιος, ος, ον, qui concerne la dot : τὸ ἐμπροίκιον, App. Civ. 1, 10, etc. la dot.
Étym. ἐν, προΐξ.
ἐμπροίκιος, zur Mitgift gehörig ; τὸ ἐμπροίκιον, App. B.C. 1.10, Mithr. 75.