ἐμπρακτικός
ἐμπρακτικός, efficacious
ἐμπρακτ-ικός, ή, όν,
- efficacious, Dsc. 1.39 (Comp.), 2.78 (Sup.).
eficaz
ἐμπρακτικός, ή, όν, actif, énergique, Diosc. 1, 48 ; 5, 117.
Étym. ἔμπρακτος.
ἐμπρακτικός, ή, όν, wirksam, Sp.