Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπράκτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμποριάρχης
ἐμπορίαρχος
ἐμπορίδαι
ἐμπορίδια
ἐμπορίζομαι
ἐμπορίζω
ἐμπορίη
ἐμπορικός
Ἐμπορικός
ἐμπορικῶς
ἐμποριοδονήτας
ἐμπόριον
Ἐμπόριον
ἐμπόριος
ἐμπορῖται
ἐμπορίτης
ἐμποριωνήτας
ἔμπορος
ἐμπορπάομαι
ἐμπορπάω
ἐμπόρπημα
ἐμπορπόομαι
ἐμπορπόω
ἐμπορφυρίζω
ἐμπόρφυρος
ἐμποτάομαι
ἔμποτος
Ἔμπουσα
ἐμπρακτικός
ἔμπρακτος
ἐμπράκτως
ἔμπραξις
ἐμπράσσω
ἐμπραΰνω
ἔμπρεον
ἐμπρέπεια
ἐμπρεπής
ἐμπρέπω
ἐμπρήζω
ἐμπρήθω
ἔμπρησις
ἔμπρησμα
ἐμπρησμός
ἐμπρηστής
ἐμπρίζω
ἐμπριόεις
ἐμπριστικός
ἐμπρίω
ἐμπροαίρετος
ἐμπροέκκειμαι
ἔμπροθεν
ἐμπροθεσμί
ἐμπρόθεσμος
ἐμπροθέσμως
ἐμπροίκιος
ἔμπροικος
ἐμπρόκειμαι
ἐμπροκόπτω
ἐμπρολείπω
ἐμπρομελετάω
ἐμπρός
…
ἐμπράκτως
Save
Bailly 2024
ἐμπράκτως,
adv.
activement,
Plut.
Sert.
4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}