Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔμπροικος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμποτάομαι
ἔμποτος
Ἔμπουσα
ἐμπρακτικός
ἔμπρακτος
ἐμπράκτως
ἔμπραξις
ἐμπράσσω
ἐμπραΰνω
ἔμπρεον
ἐμπρέπεια
ἐμπρεπής
ἐμπρέπω
ἐμπρήζω
ἐμπρήθω
ἔμπρησις
ἔμπρησμα
ἐμπρησμός
ἐμπρηστής
ἐμπρίζω
ἐμπριόεις
ἐμπριστικός
ἐμπρίω
ἐμπροαίρετος
ἐμπροέκκειμαι
ἔμπροθεν
ἐμπροθεσμί
ἐμπρόθεσμος
ἐμπροθέσμως
ἐμπροίκιος
ἔμπροικος
ἐμπρόκειμαι
ἐμπροκόπτω
ἐμπρολείπω
ἐμπρομελετάω
ἐμπρός
ἐμπροσγίγνομαι
ἔμπροσθα
ἔμπροσθε
ἔμπροσθεν
ἐμπροσθίδιος
ἐμπρόσθιος
ἐμπροσθόκεντρος
ἐμπροσθοκνήμιον
ἐμπροσθόπους
ἐμπροσθοτονία
ἐμπροσθοτονικός
ἐμπροσθότονος
ἐμπροσθουρητικός
ἐμπροσθοφανής
ἐμπρόσοδος
ἐμπρόσοψις
ἐμπροσποιέω
ἐμπροστά
ἐμπρόσωπος
ἐμπρυτανεύομαι
ἔμπρῳρος
ἔμπρωρρος
ἐμπταίω
ἔμπτιον
ἐμπτίσσω
…
ἔμπροικος
Save
DGE
ἔμπροικος
-ον
• Grafía: graf. -πρικ-
entregado
o
aportado como dote
,
Gloss
.3.305.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}