Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμφάνερος
ἐμφάνερος, designated
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπυροειδής
ἐμπυρόμαντις
ἔμπυρον
ἔμπυρος
ἐμπυροσκόπος
ἐμπυροτέχνης
ἐμπυρόω
ἐμπυρριχίζω
ἔμπυρρος
ἐμπυρσεύω
ἐμπυρώδης
ἐμπύρωσις
ἐμπυτιάζω
ἐμπυτίζω
ἐμπύωμα
ἐμπωλάω
ἐμπωλέω
ἐμπωλή
ἔμσκεψις
ἐμύς
ἑμύς
ἐμφάατον
ἐμφαγεῖν
ἐμφαιδρύνομαι
ἐμφαιδρύνω
ἐμφαίνω
ἐμφαλκάω
ἐμφαλκόομαι
ἐμφάλσωμα
ἐμφάνεια
ἐμφάνερος
ἐμφανερός
ἐμφανέως
ἐμφανής
ἐμφανία
ἐμφανίζω
ἐμφάνιος
ἐμφανίσιμα
ἐμφάνισις
ἐμφανίσκω
ἐμφανισμός
ἐμφανιστέον
ἐμφανιστής
ἐμφανιστικός
ἐμφανόν
ἐμφαντ-
ἐμφαντάζομαι
ἐμφαντάζω
ἐμφάντασις
ἐμφάντασμα
ἐμφαντικός
ἐμφαντικῶς
ἐμφανῶς
ἐμφαρμάσσω
ἐμφάρξαι
ἐμφάρσωμα
ἐμφαρύγγομαι
ἔμφασις
ἐμφατικός
ἐμφατικῶς
ἔμφατον
…
ἐμφάνερος
Save
ἐμφάνερος, designated
LSJ
ἐμφάν-ερος, ον,
designated,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}