ἐμφαντικός
ἐμφαντικός, expressive, indicative
- expressive, indicative, τινός of a thing, Ph. 1.149, Plu. QConv. 2.747e, QPlat. 1010c, Demetr. Eloc. 283, A.D. Pron. 8.9, etc.; τῆς δικαιοσύνης -ωτάτη ἡ πεντάς Theol.Ar. 27: abs., expressive, vivid, παράκλησις Plb. 18.23.2, cf. Plu. QPlat. 2.1009e (Comp.), Ph. 1.302 (Sup.). Adv. -κῶς vividly, forcibly, of a painter, Plu. Arat. 32; ἐ. γράφεσθαι Plb. 12.25g. 2; τρανοῦν Ph. 2.140: Comp. -ώτερον Plb. 12.27.10: Sup. -ώτατα Ph. 1.50: also -κῶς τοῦ κινδύνου setting forth the danger clearly, Plb. 11.12.1.--ἐμφατικός (q. v.) is a common v.l.
I
1 sin rég. expresivo, enfático de discursos, obras literarias y artísticas
ἡ σφοδρότης ἐ. λόγος ἐστίν
ἀποσιώπησις ἐμφαντικώτερον ποιεῖ τὸν λόγον
ὀνόματα
τὸ σημαινόμενον
• neutr. compar. y sup. como adv.
ἐμφαντικώτερον εἴρηκε
ἐμφαντικώτατα παριστάς
ἐμφαντικώτερον τῇ ὀνομασίᾳ
2 gener. c. gen. que representa, que expresa
πάθους
ἐναντιότητος
ἰσότητός τε καὶ ἀνισότητος
σύμβολον ἦν ἑκάστῳ τῆς τάξεως ἐμφαντικόν
τῆς τοῦ τεκόντος οὐσίας ἐ.
de Jesucristo
• indicativo
ἐμφαντικόν ἐστι τοῦ τὴν διάθεσιν εἶναι μείζονα
• gram. expresivo, que expresa, que porta una categoría c. gen.
ὅσαι (ἀντωνυμίαι) γένους ἐμφαντικαί
II adv. -ῶς con fuerza, con intensidad, enfáticamente
τρανοῦν
παρεκάλει βραχέως μέν, ἐ. δὲ τοῦ παρόντος κινδύνου
οὔτ' ἐμπείρως ὑπὸ τῶν βιβλιακῶν οὔτ' ἐ. οὐδενὸς γραφομένου
εἰρῆσθαι
γράφειν
• c. dat.
ἐποίησεν ἐ. τῇ διαθέσει τὴν μάχην
de una pintura