ἐμφανιστής
ἐμφανιστής, informer
ἐμφαν-ιστής, οῦ, ὁ,
- informer, Aristeas 167, PTaur. 1.8 (ii B. C.).
1 delator
τοὺς ἐμφανιστὰς οἴομαι σε λέγειν
2 jur. denunciante
ἐμφανιστοῦ καὶ κατηγόρου τάξιν ἔχοντα
ἐμφανιστής, ὁ, der Kundmacher, Angeber, Sp.