Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπωλή
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπύρετος
ἐμπύρευμα
ἐμπύρευσις
ἐμπυρεύω
ἐμπυρία
ἐμπυριβήτης
ἐμπυρίζω
ἐμπύριος
ἐμπυρισμός
ἐμπυριστής
ἐμπυρισχησίφως
ἐμπυρίφοιτος
ἐμπυρίως
ἐμπυροειδής
ἐμπυρόμαντις
ἔμπυρον
ἔμπυρος
ἐμπυροσκόπος
ἐμπυροτέχνης
ἐμπυρόω
ἐμπυρριχίζω
ἔμπυρρος
ἐμπυρσεύω
ἐμπυρώδης
ἐμπύρωσις
ἐμπυτιάζω
ἐμπυτίζω
ἐμπύωμα
ἐμπωλάω
ἐμπωλέω
ἐμπωλή
ἔμσκεψις
ἐμύς
ἑμύς
ἐμφάατον
ἐμφαγεῖν
ἐμφαιδρύνομαι
ἐμφαιδρύνω
ἐμφαίνω
ἐμφαλκάω
ἐμφαλκόομαι
ἐμφάλσωμα
ἐμφάνεια
ἐμφάνερος
ἐμφανερός
ἐμφανέως
ἐμφανής
ἐμφανία
ἐμφανίζω
ἐμφάνιος
ἐμφανίσιμα
ἐμφάνισις
ἐμφανίσκω
ἐμφανισμός
ἐμφανιστέον
ἐμφανιστής
ἐμφανιστικός
ἐμφανόν
ἐμφαντ-
ἐμφαντάζομαι
ἐμφαντάζω
…
ἐμπωλή
Save
DGE
ἐμπωλή
-ῆς, ἡ
venta
τῆς ἐμπωλῆς τὸ χρῆμα
Cyr.Al.M.68.869A.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}