ἐναποβρέχω
ἐναποβρέχω, steep, soak in
ἐναπο-βρέχω,
- steep, soak in, τινί τι Hp. Haem. 4, Gp. 12.19.2:—Pass., Heraclid.Tar. ap. Gal. 14.187, Dsc. 5.35.
poner en remojo en, sumergir en
ταῦτα ... ἀποπλῦναι οἴνῳ αὐστηρῷ, κηκῖδας ἐναποβρέξας
τρεῖς ἡμέρας ... τοῦτο (sc. τὸ σπέρμα) σησαμίνῳ ἐλαίῳ
ἐναποβρεχομένων τῷ γλεύκει στροβίλων
ὄξει ἐναποβεβρεγμένου κόμμεως
ἐν·αποβρέχω [ᾰ] mouiller dans, dat. Hpc. 893b.
ἐναποβρέχω, benetzen, einweichen in, τινί, Hippocr.