ἐναπέρεισμα Save DGE Bailly 2024 Pape ἐναπέρεισμα -ματος, τό impresión, huella τῆς ψυχῆς Clem.Al.Strom.2.20.110. ἐναπέρεισμα, ατος (τὸ) [ᾰπ] empreinte, Clém. 1, 1053 Migne. Étym. ἐναπειρείδω. ἐναπέρεισμα, τό, Eindruck, Clem.Al.