ἐναπεργάζομαι
ἐναπεργάζομαι, produce in
ἐναπ-εργάζομαι,
- produce in, τινί τι Pl. Plt. 273c, Sph. 236a, v.l. in Isoc. 7.38, etc.
introducir, producir, crear
τὴν μεγίστην νόσον ἀμαθίαν ἐναπεργάζονται
οὐ τὰς οὔσας συμμετρίας ἀλλὰ τὰς δοξούσας εἶναι καλὰς τοῖς εἰδώλοις ἐναπεργάζονται
παράλογον οὐδὲν ... τοῖς σῶμασιν ἡμῶν ἐναπεργάζεσθαι δοκεῖ
ἔν τε ... ταῖς ψυχαῖς συμπλοκήν τινα τὴν αὐτὴν πρὸς τὴν τοῦ κόσμου ζωὴν καὶ τάξιν ἐναπεργάζεται κοινήν
produce en las almas un mismo enlace entre la vida cósmica y un orden común la comunidad de naturalezaκαθ' ἑκάτερον τῶν ταῖς ἐνεργείαις διεστηκότων ἡ ὑπερβολὴ ἐναπειργάσθη
ἐν·απεργάζομαι, produire dans, faire naître dans, dat. Plat. Pol. 273c, Soph. 236a ; Isocr. 147c.
ἐναπεργάζομαι, darin hervorbringen, νόσον Plat. Tim. 88b ; τοῖς ζῴοις Soph. 236a.