ἐνηρεμέω
ἐνηρεμέω,
- = ἠρεμέω ἐν . ., Ph. 2.140, Hld. 1.18.
1 descansar, reposar, dormir plácidamente
τῆς νυκτὸς τὸ πλεῖστον ἐνηρεμήσας
2 estar en paz, en calma y recogimiento
ἐνησυχάσαι καὶ ἐνηρεμῆσαι καὶ μόνῃ τῇ ψυχῇ ὁμιλῆσαι τοὺς νόμους
τοῦ λογισμοῦ καιρὸν οὐκ ἔχοντος ἐνηρεμεῖν καὶ σχολάζειν ἑαυτῷ
εὔχεσθαι ... ἐνηρεμοῦντας τοῖς ἀσκητηρίοις
ἐν·ηρεμέω-ῶ, se reposer tranquillement dans, Phil. 1, 465 ; 2, 50, 140 ; Hld. 1, 18.
Étym. ἐν, ἤρεμος.
ἐνηρεμέω, darin ruhen, Philo u. a.Sp.