ἐνηρόσιον
ἐνηρόσιον, rent for grain-land
ἐνηρόσιον, τό,
- rent for corn-land, ἐ. τῶν ἱερῶν χωρίων Inscr.Delos 314.168 (iii B.C.): also in pl., ἐνηρόσια, τά, IG ΙΙ(2).142.20, 144A 9, al. (Delos, iv B.C.); cf. ἐναράτιον.
- II right of tillage, SIG 1044.18 (Halic., iv/iii B.C.).
- III gloss on γαλάσιον, Hsch.
en sg. o plu. renta, alquiler pagado por el arriendo de tierras de cultivo, gener. sagradas
τὸ μίσθωμα καὶ τὸ ἐ. κομιζόμενοι
οἵδε τῶν ἱερῶν τεμενῶν ἐπὶ τῆς ἡμετέρας ἀρχῆς ἐνηρόσια τεθήκασιν
τῶν ἱερῶν χωρίω[ν
τόδ]ε ἄλλο ἀργύριον εἰσήκει τῷ θεῷ ἐνηροσίων
τὸ πραχθὲν ἐνηροσίων, ἐνοικίω[ν], τελῶν, τόκων
γάδασμον· ἐ.
•Rel. c. ἄροτος.