About Report a problem

Menu

ἐνηλεγής

ἐνηλεγής (-είς cod.): ἐν ἐπιθυμίᾳ ὤν, Hsch. ἐνηλεῦσαι· δογματίσαι, Id. ἐνηλίαζ· ἑορτὴ τοῦ Ἐνυαλίου, Id.

Saved

Recent