ἐνηλόω
ἐνηλόω, nail to
ἐνηλόω,
- nail to, in Pass., Cels. ap. Origenes Cels. 6.34, 36.
clavar, sujetar mediante clavos solo en v. pas.
ὁ διδάσκαλος αὐτῶν σταυρῷ ἐνηλώθη
ψαλίδες σιδηραῖ ἐνηλωμέναι τοῖς πλευροῖς
τοῖς χαμαιζήλοις πράγμασιν ἐνηλούμενοι
ἐν·ηλόω-ῶ, clouer, Cels. (Orig. 6, p. 298).
ἐνηλόω, annageln, Sp.