ἐνθεματίζω
ἐνθεματίζω, engraft
ἐνθεμᾰτίζω,
- engraft, Gp. 10.23.4.
1 bot. injertar
τὰ τοιαῦτα (γένη)
εἰ δέ τις τὰ ἀππίδια ἐνθεματίσει εἰς συκάμινον
2 introducir, aplicar
κολλύρας τρεῖς
ταύτην (sc. ψηφῖδα) εἰς γῆν
ἐν·θεματίζω [ᾰ] greffer, Geop. 10, 23, 4.
Étym. ἔνθεμα.
ἐνθεματίζω, einsetzen, pfropfen, Geop.