ἐνιαυθμός
ἐνιαυθμός, abode
ἐνιαυθμός, ὁ, (ἐνιαύω)
- abode, EM 342.35, prob. in Call. Fr. 127 (ἐνηρυθμοί [-μοῖ] codd. Stob.). [ῑ metri gr.]
albergue, morada
ἐνιαυθμοὶ δ' αὔλια καὶ βοτάναι
ἐνιαυθμός, ὁ, Aufenthaltsort, EM.