ἔνθυμος
ἔνθυμος, spirited
ἔνθῡμ-ος, ον,
- spirited, Arist. Pol. 1327b30.
valiente, animoso
τὸ τῶν Ἑλλήνων γένος ... ἔνθυμον καὶ διανοητικόν ἐστιν
ἀνάστηθι, ἐ. γενοῦ
ἔν·θυμος, ος, ον [ῡ] courageux, Arstt. Pol. 7, 7, 3.
Étym. ἐν, θυμός.
ἔνθυμος, [ῡ], mutig, Arist. Pol. 7.7.