ἐνισκέλλω Save LSJ Pape ἐνισκέλλω, ἐνισκήπτω, ἐνισκίμπτω, Ep. for ἐνσ-. ἐνισκέλλω, p. = ἐνσκέλλω, Nic. Ther. 694 u. a.Sp.