ἐνίπλειος
ἐνί-πλειος, ον, Ep. for ἔμπλεος.
ἐνίπλειος, ἐνίπλεος, v. ἔμπλεος.
ἐνίπλειος, ep. = ἔμπλεος.
ἐνίπλειος
See ἔμπλειος.
ἐνίπλειος : see ἔμπλειος.
See ἔμπλειος.