ἐννενήκοντα
ἐννενή-κοντα, ἐννενη-κοστός, ἐννενη-κονταετής, ff.ll. for ἐνεν-.
ἐννενήκοντα, ἐννενηκονταέτης, ἐννενηκοστός, formes incorr. p. ἐνενήκοντα, etc.
ἐννενήκοντα, schlechtere Schreibart für ἐνενήκοντα, u. Zsstzgn.
Strong 1768 (KJV)