ἐννεακαιδεκέτης
ἐννεακαιδεκέτης, nineteen years old
ἐννεᾰκαιδεκ-έτης, ες,
- = ἐννεακαιδεκαέτης, poet. gen. -τευς AP 7.11 (Asclep.), 9.190:—fem. ἐννεᾰκαιδεκ-έτις, IG 3.1370: written -δεχέτις Epigr.Gr. 205.
ἐννεακαιδεκ·έτης, ης, ες [ᾰ] âgé de dix-neuf ans, Anth. 7, 11 ; 9, 190.
Étym. cf. ἐννεακαιδεκαέτης.
ἐννεακαιδεκέτης, ες, neunzehnjährig, Asclep. 35 (VII.11).
ἐννεακαιδεκέτης
or ἐννεα-και-δεκ(α)-ετής, ές
ἔτος
- nineteen years old, Anth.