ἐννεακαιδεκαέτης
ἐννεακαιδεκαέτης, of nineteen years
ἐννεᾰκαιδεκα-έτης, ου, ὁ,
- of nineteen years, χρόνος D.S. 2.47.
ἐννεακαιδεκα·έτης, ου [ᾰᾰ] adj. m. âgé de dix-neuf ans, DS. 2, 47, DH. 3, 1428, 12 Reiske.
Étym. ἐ. ἔτος.
ἐννεακαιδεκαέτης, ὁ, neunzehnjährig, DS. 2.47 χρόνος.