ἐννεοσσεύω
ἐννεοσσεύω, to hatch young in
- make a nest in a place, ἔν τινι Ar. Av. 1108: metaph., Pl. Lg. 949c; as etym. of νόσος, Anon.Lond. 3.22:—Med., D.S. 5.43.
- II c. acc., hatch as in a nest, ἔρωτα Pl. Alc. 1.135e; παιδείας ψυχαῖς Them. Or. 24.307d:—Pass., to be hatched, ἐπιθυμίαι ἐννενεοττευμέναι Pl. R. 573e.
1 intr. encobar, anidar en
γλαῦκες ... ἔν τε τοῖς βαλλαντίοις ἐννεοττεύσουσι
σκώληκες ἐννοσσεύοντες
ὄρνεις
• fig. de pers. afincarse
ἐννεοττεύοντες ἐν τῇ πόλει
ἐν ταῖς κέδροις
καὶ γὰρ νοσήματα εἴρηται ἀπὸ τοῦ ἐννενεοσσευκέναι περὶ τὰ σώματα
• en v. med. mismo sent.
ὀρνέων τε πλῆθος παντοδαπῶν ἐννεοττεύεται
αἱ ἐπιθυμίαι ... ἐννενεοττευμέναι
los deseos que anidan (en su alma)
2 tr., c. ac. abstr. empollar, incubar fig.
εἰ παρὰ σοὶ ἐννεοττεύσας ἔρωτα ὑπόπτερον
παιδείαν ... ψυχαῖς δὲ ἐρωτικαῖς ... ἐννεοττεύουσι
- Ito hatch young in a place, Ar.
- IIc. acc. to hatch as in a nest, Plat.