ἐνστίζω
ἐνστίζω, embroider in, tattoo on
1 bordar en en v. pas.
ἐν μέσῳ αὐτῶν ἅρμα ἐλαύνων ὁ Νέρων ἐνέστικτο
πρὸς τῶν ἐνεστιγμένων τῇ ... ταινίᾳ
2 tatuar en en v. pas.
οὐκ ἥλιον ἔχοντες ἐνεστιγμένον τῷ σώματι
3 imprimir en, grabar en
φάλαρα, οἷς ἐνστίζουσι καὶ τοῦ ἀργυρίου τὴν καθαρότητα
ἐν·στίζω, broder, litt. piquer dans, ἐν et le dat. DC. 63, 6.
ἐνστίζω, (στίζω), einstechen, einsticken, DC. 63.6.