Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνστερνισάμενος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνσπέρματος
ἔνσπερμος
ἔνσποδος
ἔνσπονδος
ἔνσπορος
ἐνσπουδάζω
ἐνστάζω
ἐνστακτέον
ἔνστακτον
ἔνστακτος
ἐνσταλάζω
ἐνσταλάσσω
ἐνσταλόω
ἐνστασία
ἐνστασίη
ἔνστασις
ἐνστατέον
ἐνστάτης
ἐνστατικός
ἐνστατικῶς
ἐνσταυρόω
ἐνστείνομαι
ἐνστείνω
ἐνστέλλω
ἐνστενάζω
ἐνστενόομαι
ἐνστενοχωρέομαι
ἐνστενοχωρέω
ἐνστερνίζομαι
ἐνστερνίζω
ἐνστερνισάμενος
ἐνστερνομαντία
ἐνστερνομαντίαις
ἐνστεφανόω
ἐνστηθίδιος
ἐνστηθίζω
ἐνστήθιος
ἐνστήκω
ἐνστηλιζόω
ἐνστηλιτεύω
ἐνστηλιτόω
ἐνστηλογραφέω
ἐνστηλόω
ἔνστημα
ἐνστηματικός
ἐνστηνής
ἐνστηρίζω
ἐνστίζομαι
ἐνστίζω
ἐνστίλβω
ἐνστιχάω
ἐνστοιβάζω
ἐνστομίζω
ἐνστόμιος
ἐνστόμισμα
ἔνστομος
ἐνστόρνυμι
ἐνστρατεύομαι
ἐνστρατοπεδεύω
ἐνστρέφω
ἐνστρηνές
…
ἐνστερνισάμενος
Save
LSJ
ἐνστερνισάμενος·
περιπτυξάμενος,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}