ἐνστρατοπεδεύω
ἐνστρατοπεδεύω, encamp in
ἐνστρᾰτοπεδεύω,
- encamp in, Th. 2.20; ἐν τῇ πόλει Plu. Thes. 27:— Med., χῶρος ἐπιτηδεότερος ἐνστρατοπεδεύεσθαι Hdt. 9.2, D.C. 50.12.
acampar en
χῶρος ἐπιτήδειος ἐνστρατοπεδεῦσαι
αὐτοῖς ... τοῖς οἴκοις
ἐν τῇ πόλει
• en v. med. mismo sent.
χῶρος ἐπιτηδεότερος ἐνστρατοπεδεύεσθαι
ταῖς ... κώμαις
ὑπὲρ ποταμὸν Τίβεριν
ἐν ... τῇ χώρᾳ
• fig.
τῇ καρδίᾳ τὸν θυμὸν ἐνστρατοπεδεύειν
ἐν·στρατοπεδεύω [ᾰ] camper dans, Thc. 2, 20 ; avec ἐν et le dat. Plut. Thes. 27 ||
Moy. m. sign. Hdt. 9, 2, 85.
ἐνστρατοπεδεύω, auch med., lagern in, χῶρος ἐπιτηδεώτερος ἐνστρατοπεδεύεσθαι Her. 9.2 ; Thuc. 2.20 u. Sp., wie Plut. Thes. 27 im act.
ἐνστρατοπεδεύω
- Mid. to encamp in, Hdt.;—so in Act., Thuc.