ἐνταλαιπωρέω
1 afanarse en o con
περὶ τὰ βλεπόμενα
ταῖς ἐπινοίαις
ταῖς ζητήσεσιν
2 penar, sufrir Ant.Diog.110a.30,
ὁ νοῦς ... ἐνταλαιπωρεῖ τῷ ἀλλοφύλῳ βίῳ συνδιαιτώμενος
• tb. en v. med.
ταῖς ἁλύσεσιν
1 afanarse en o con
περὶ τὰ βλεπόμενα
ταῖς ἐπινοίαις
ταῖς ζητήσεσιν
2 penar, sufrir Ant.Diog.110a.30,
ὁ νοῦς ... ἐνταλαιπωρεῖ τῷ ἀλλοφύλῳ βίῳ συνδιαιτώμενος
• tb. en v. med.
ταῖς ἁλύσεσιν