ἐνταλαιπωρέομαι
ἐνταλαιπωρέομαι, persevere
ἐντᾰλαιπωρέομαι,
- persevere, ταῖς ζητήσεσιν Olymp. in Alc. p.64 C.
ἐν·ταλαιπωρέομαι-οῦμαι [ᾰ] vivre misérablement dans, dat. Olympiod. Plat. 1 Alc. § 7.
ἐνταλαιπωρέομαι, = ταλαιπωρέω ἐν, Sp.